Είναι γνωστό πως το κύριο καθήκον του πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης είναι να παρέχει ένα ασφαλές πλαίσιο στην οικονομική δραστηριότητα. Από τη στιγμή που πήρε την εξουσία σαν τάξη, το ζητούμενο της ήταν και είναι η πολιτική σταθερότητα, σαν γόνιμο έδαφος για την απερίσπαστη ανάπτυξη της οικονομίας.
Σήμερα, καθώς συνεχίζεται η δίμηνη πολιτική κρίση, και με την παγκόσμια οικονομία ιδιαίτερα νευρική, η ελληνική αστική τάξη υποχρεώνεται ελλείψει εναλλακτικής να στηρίξει την κυβέρνηση Καραμανλή. Η τελευταία, εξαιρετικά αδύναμη, ιδιαίτερα μετά την αποπομπή Κουκοδήμου -που πολύ απλά, καθιστά την κυβέρνηση όμηρο του κάθε βουλευτή της- υποχρεώνεται σε δυο κινήσεις. Πρώτον, να περιορίσει την έκταση της υπόθεσης Ζαχόπουλου (με τη βοήθεια και των άλλων κομμάτων της αστικής τάξης) και δεύτερο, να αποκαταστήσει την εικόνα της εμφανίζοντας τον Καραμανλή ως πολέμιο της διαφθοράς, ίσως με κάποιες "γενναίες" κινήσεις. Ιδανικό πεδίο για αυτές τις κινήσεις μπορεί να αποδειχτεί η υπόθεση της Siemens καθώς, αφ' ενός τα πολιτικά αδικήματα έχουν παραγραφεί μετά το πέρας δυο τετραετιών, αφ' ετέρου μπορεί μέσω αυτού να επιτεθεί και να εκβιάσει τον Κόκκαλη, η σκιά του οποίου στη διαμάχη Αναστασιάδη- Λαμπράκη και κατ' επέκταση ΝΔ δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη, πετυχαίνοντας έτσι διπλό στόχο.
Αντίθετα, μια συνεπής επαναστατική πολιτική θα σήμαινε την με κάθε μέσο όξυνση της πολιτικής κρίσης, με απώτερο στόχο την πτώση της κυβέρνησης (η οποία σημειωτέον, αν ξεπεράσει αυτό το σκόπελο προχωρά απερίσπαστη στην αλλαγή του ασφαλιστικού). Σε αντίθεση με τους κατάπτυστους, σοσιαλδημοκράτες και άλλους, διανοούμενους που έτρεξαν να δηλώσουν την (όψιμη) "αηδία" τους για την έκταση και την κάλυψη της υπόθεσης Ζαχόπουλου ακριβώς τη στιγμή που το Μαξίμου αποφάσιζε τη σταδιακή αποσιώπηση του θέματος, υπάρχουν πρωτοπόρα στοιχεία της κοινωνίας, τα οποία θα εξέφραζε μια ανυποχώρητη στάση απέναντι στο ζήτημα, πορίζοντας έτσι πολιτικά οφέλη στο φορέα της.
Ο φορέας αυτός όμως, παραμένει ζητούμενο. Τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς ουσιαστικά δίνουν χείρα βοηθείας στην κυβέρνηση, προφανώς ξεχνώντας γιατί συμμετέχουμε στα αστικά κοινοβούλια, ενώ η εξωκοινοβουλευτική αριστερά άγεται και φέρεται, σπαρασσόμενη από το σεχταρισμό και τις εσωτερικές της αντιθέσεις.
Έτσι, η αστική τάξη παίζει ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο. Σε αυτά τα πλαίσια, οποιεσδήποτε εκδηλώσεις ενάντια στην αλλαγή του ασφαλιστικού, ανεξαρτήτως (πρόσκαιρου) αποτελέσματος, θα πρέπει να διαβαστούν σαν θλιβερά happenings μιας ευνουχισμένης και οικόσιτης αριστεράς, χαμένης στο -όχι ιδιαίτερα επαναστατικό ομολογουμένως- πέλαγος της "αντίστασης".
Σήμερα, καθώς συνεχίζεται η δίμηνη πολιτική κρίση, και με την παγκόσμια οικονομία ιδιαίτερα νευρική, η ελληνική αστική τάξη υποχρεώνεται ελλείψει εναλλακτικής να στηρίξει την κυβέρνηση Καραμανλή. Η τελευταία, εξαιρετικά αδύναμη, ιδιαίτερα μετά την αποπομπή Κουκοδήμου -που πολύ απλά, καθιστά την κυβέρνηση όμηρο του κάθε βουλευτή της- υποχρεώνεται σε δυο κινήσεις. Πρώτον, να περιορίσει την έκταση της υπόθεσης Ζαχόπουλου (με τη βοήθεια και των άλλων κομμάτων της αστικής τάξης) και δεύτερο, να αποκαταστήσει την εικόνα της εμφανίζοντας τον Καραμανλή ως πολέμιο της διαφθοράς, ίσως με κάποιες "γενναίες" κινήσεις. Ιδανικό πεδίο για αυτές τις κινήσεις μπορεί να αποδειχτεί η υπόθεση της Siemens καθώς, αφ' ενός τα πολιτικά αδικήματα έχουν παραγραφεί μετά το πέρας δυο τετραετιών, αφ' ετέρου μπορεί μέσω αυτού να επιτεθεί και να εκβιάσει τον Κόκκαλη, η σκιά του οποίου στη διαμάχη Αναστασιάδη- Λαμπράκη και κατ' επέκταση ΝΔ δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη, πετυχαίνοντας έτσι διπλό στόχο.
Αντίθετα, μια συνεπής επαναστατική πολιτική θα σήμαινε την με κάθε μέσο όξυνση της πολιτικής κρίσης, με απώτερο στόχο την πτώση της κυβέρνησης (η οποία σημειωτέον, αν ξεπεράσει αυτό το σκόπελο προχωρά απερίσπαστη στην αλλαγή του ασφαλιστικού). Σε αντίθεση με τους κατάπτυστους, σοσιαλδημοκράτες και άλλους, διανοούμενους που έτρεξαν να δηλώσουν την (όψιμη) "αηδία" τους για την έκταση και την κάλυψη της υπόθεσης Ζαχόπουλου ακριβώς τη στιγμή που το Μαξίμου αποφάσιζε τη σταδιακή αποσιώπηση του θέματος, υπάρχουν πρωτοπόρα στοιχεία της κοινωνίας, τα οποία θα εξέφραζε μια ανυποχώρητη στάση απέναντι στο ζήτημα, πορίζοντας έτσι πολιτικά οφέλη στο φορέα της.
Ο φορέας αυτός όμως, παραμένει ζητούμενο. Τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς ουσιαστικά δίνουν χείρα βοηθείας στην κυβέρνηση, προφανώς ξεχνώντας γιατί συμμετέχουμε στα αστικά κοινοβούλια, ενώ η εξωκοινοβουλευτική αριστερά άγεται και φέρεται, σπαρασσόμενη από το σεχταρισμό και τις εσωτερικές της αντιθέσεις.
Έτσι, η αστική τάξη παίζει ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο. Σε αυτά τα πλαίσια, οποιεσδήποτε εκδηλώσεις ενάντια στην αλλαγή του ασφαλιστικού, ανεξαρτήτως (πρόσκαιρου) αποτελέσματος, θα πρέπει να διαβαστούν σαν θλιβερά happenings μιας ευνουχισμένης και οικόσιτης αριστεράς, χαμένης στο -όχι ιδιαίτερα επαναστατικό ομολογουμένως- πέλαγος της "αντίστασης".